Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Snipe
01
μπεκατσίνι, snipe
a small wading bird of the sandpiper family with a long straight bill, brown plumage and a slender build
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
snipes
02
πυροβολισμός από κρυψώνα, πυροβολισμός από ενέδρα
a gunshot from a concealed location
to snipe
01
επιτίθεμαι λεκτικά, κριτικάρω
attack in speech or writing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
snipe
γ΄ ενικό πρόσωπο
snipes
ενεστώτα μετοχή
sniping
απλός αόριστος
sniped
παθητική μετοχή
sniped
02
στοχεύω και πυροβολώ με μεγάλη ακρίβεια, πυροβολώ με ακρίβεια
aim and shoot with great precision
03
κυνηγώ μπεκάτσες, πυροβολώ μπεκάτσες
hunt or shoot snipe



























