snipe
Pronunciation
/ˈsnaɪp/

Ορισμός και σημασία του "snipe"στα αγγλικά

01

μπεκατσίνι, snipe

a small wading bird of the sandpiper family with a long straight bill, brown plumage and a slender build
snipe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
snipes
02

πυροβολισμός από κρυψώνα, πυροβολισμός από ενέδρα

a gunshot from a concealed location
to snipe
01

επιτίθεμαι λεκτικά, κριτικάρω

attack in speech or writing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
snipe
γ΄ ενικό πρόσωπο
snipes
ενεστώτα μετοχή
sniping
απλός αόριστος
sniped
παθητική μετοχή
sniped
02

στοχεύω και πυροβολώ με μεγάλη ακρίβεια, πυροβολώ με ακρίβεια

aim and shoot with great precision
03

κυνηγώ μπεκάτσες, πυροβολώ μπεκάτσες

hunt or shoot snipe
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store