smooth out
smooth
smu:ð
σμουδ
out
aʊt
αουτ
/smˈuːð ˈaʊt/

Ορισμός και σημασία του "smooth out"στα αγγλικά

to smooth out
01

λειαίνω, ισοπεδώνω

to remove roughness, wrinkles, or unevenness from a surface
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
smooth
ενεστώτας
smooth out
γ΄ ενικό πρόσωπο
smooths out
ενεστώτα μετοχή
smoothing out
απλός αόριστος
smoothed out
παθητική μετοχή
smoothed out
Παραδείγματα
The tailor smoothed out the folds in the dress before stitching.
Ο ράφτης ίσιωσε τις πτυχές στο φόρεμα πριν από τη ραφή.
02

ξελαφρώνω, επιλύω

to fix problems, remove obstacles, or make a situation easier
Παραδείγματα
The software update will smooth out performance issues.
Η ενημέρωση του λογισμικού θα αποκαταστήσει τα ζητήματα απόδοσης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store