Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to smooth out
01
λειαίνω, ισοπεδώνω
to remove roughness, wrinkles, or unevenness from a surface
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
smooth
ενεστώτας
smooth out
γ΄ ενικό πρόσωπο
smooths out
ενεστώτα μετοχή
smoothing out
απλός αόριστος
smoothed out
παθητική μετοχή
smoothed out
Παραδείγματα
The tailor smoothed out the folds in the dress before stitching.
Ο ράφτης ίσιωσε τις πτυχές στο φόρεμα πριν από τη ραφή.
02
ξελαφρώνω, επιλύω
to fix problems, remove obstacles, or make a situation easier
Παραδείγματα
The software update will smooth out performance issues.
Η ενημέρωση του λογισμικού θα αποκαταστήσει τα ζητήματα απόδοσης.



























