to sleep off
sleep
sli:p
slip
off
ɒf
of

Ορισμός και σημασία του "sleep off"στα αγγλικά

to sleep off
01

κοιμάμαι για να αναρρώσω, ξεκουράζομαι για να αναρρώσω

to recover from the effects of something, such as fatigue or illness, through sleeping 
to sleep off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
sleep
ενεστώτας
sleep off
γ΄ ενικό πρόσωπο
sleeps off
ενεστώτα μετοχή
sleeping off
απλός αόριστος
slept off
παθητική μετοχή
slept off
Παραδείγματα
They decided to sleep off the fatigue from the long hike in the mountains. 

Αποφάσισαν να κοιμηθούν για να ανακάμψουν από την κούραση της μακράς πεζοπορίας στα βουνά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store