sidearm
side
ˈsaɪd
said
arm
ɑ:m
aam

Ορισμός και σημασία του "sidearm"στα αγγλικά

01

πλευρικό όπλο, πιστόλι

a weapon, such as a gun or knife, that is carried on the side of the body 
sidearm definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sidearms
Παραδείγματα
He preferred to carry a lightweight sidearm for everyday use rather than a larger firearm. 

Προτιμούσε να φέρει ένα ελαφρύ πλευρικό όπλο για καθημερινή χρήση παρά ένα μεγαλύτερο πυροβόλο όπλο.

01

πλευρικός, από το πλάι

(of a pitch) delivered with the arm moving roughly parallel to the ground 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He threw a sidearm pitch that curved sharply. 

Έριξε μια μπάλα sidearm που καμπύλωσε απότομα.

01

πλαγίως, από το πλάι

in a manner involving movement or positioning to the side of the body 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He threw the ball sidearm to reach the distant base. 

Έριξε την μπάλα από το πλάι για να φτάσει στην μακρινή βάση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store