Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sickeningly
01
αηδιαστικά, με αηδιαστικό τρόπο
in a disgusting manner or to a disgusting degree
γραμματικές πληροφορίες
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
sickeningly
sickening
sicken



























