Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bear up
[phrase form: bear]
01
αντέχω, αντιμετωπίζω με θετική στάση
to face challenges with a positive attitude
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
bear
ενεστώτας
bear up
γ΄ ενικό πρόσωπο
bears up
ενεστώτα μετοχή
bearing up
απλός αόριστος
bore up
παθητική μετοχή
borne up
Παραδείγματα
We should bear up collectively during challenging projects.
Πρέπει να αντέχουμε συλλογικά κατά τη διάρκεια των προκλητικών έργων.



























