bear up
bear
bɛr
μπερ
up
ʌp
απ
/bˈeəɹ ˈʌp/

Ορισμός και σημασία του "bear up"στα αγγλικά

to bear up
[phrase form: bear]
01

αντέχω, αντιμετωπίζω με θετική στάση

to face challenges with a positive attitude
to bear up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
bear
ενεστώτας
bear up
γ΄ ενικό πρόσωπο
bears up
ενεστώτα μετοχή
bearing up
απλός αόριστος
bore up
παθητική μετοχή
borne up
Παραδείγματα
We should bear up collectively during challenging projects.
Πρέπει να αντέχουμε συλλογικά κατά τη διάρκεια των προκλητικών έργων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store