to bear out
bear
beə
be
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "bear out"στα αγγλικά

to bear out
01

επιβεβαιώνω, υποστηρίζω

to confirm a statement or claim by providing evidence 
to bear out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
bear
ενεστώτας
bear out
γ΄ ενικό πρόσωπο
bears out
ενεστώτα μετοχή
bearing out
απλός αόριστος
bore out
παθητική μετοχή
borne out
Παραδείγματα
The data bears out the validity of the hypothesis. 

Τα δεδομένα επιβεβαιώνουν την εγκυρότητα της υπόθεσης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store