Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to set apart
[phrase form: set]
01
ξεχωρίζω, διακρίνω
to distinguish somebody or something from others, making them unique or better in some way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
apart
βασικό ρήμα
set
ενεστώτας
set apart
γ΄ ενικό πρόσωπο
sets apart
ενεστώτα μετοχή
setting apart
απλός αόριστος
set apart
παθητική μετοχή
set apart
Παραδείγματα
The charity's dedication to helping underprivileged children sets it apart in the community.
Η αφοσίωση της φιλανθρωπικής οργάνωσης στη βοήθεια των παιδιών με οικονομικές δυσκολίες την ξεχωρίζει στην κοινότητα.
02
αποθηκεύω, κρατώ
to reserve something for a specific or special use or purpose
Παραδείγματα
The curator has set apart valuable artifacts in a secure display.
Ο επιμελητής έχει απομονώσει πολύτιμα αντικείμενα σε μια ασφαλή βιτρίνα.



























