Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
semiconductor
/ˌsɛmaɪkənˈdəktɝ/, /ˌsɛmikənˈdəktɝ/, /ˌsɛmɪkənˈdəktɝ/
Semiconductor
01
ημιαγωγός, αγωγός από ημιαγωγό υλικό
a conductor made with semiconducting material
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
semiconductors
02
ημιαγωγός, semiconductor
a solid substance that conducts electricity or heat better than insulators, but not as well as most metals
Λεξικό Δέντρο
semiconductor
conductor
conduct
conduce



























