Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
School of thought
01
σχολή σκέψης, ρεύμα σκέψης
a belief (or system of beliefs) accepted as authoritative by some group or school
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
schools of thought
LanGeek



























