Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Say-so
01
η εξουσία λήψης αποφάσεων, η τελευταία λέξη
the power one has to influence decisions and actions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She had the final say-so in approving the budget for the project.
Είχε την τελική λέξη στην έγκριση του προϋπολογισμού του έργου.
02
άδεια, συγκατάθεση
an authoritative statement or declaration
Παραδείγματα
The new policy was issued under the mayor's say-so.
Η νέα πολιτική εκδόθηκε υπό την εντολή του δημάρχου.
03
προσωπική γνώμη, αυθαίρετη δήλωση
an arbitrary assertion or opinion, often personal or unofficial
Παραδείγματα
He made that decision purely on his own say-so.
Πήρε αυτή την απόφαση καθαρά με βάση τη δική του αυθαίρετη γνώμη.



























