Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Safety net
01
δίκτυο ασφαλείας, δίκτυο προστασίας
a net used to catch acrobats who fall or jump from a high wire or trapeze in a circus performance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
safety nets
Παραδείγματα
The circus performer relied on the safety net to prevent any falls.
Ο καλλιτέχνης του τσίρκου βασίστηκε στο δίκτυο ασφαλείας για να αποφύγει πτώσεις.
02
δίκτυο ασφαλείας, εγγύηση επαγγελματικής ή οικονομικής ασφάλειας
a guarantee of professional or financial security
LanGeek



























