saddle horse
sa
ˈsæ
ddle
dəl
dēl
horse
hɔ:s
haws

Ορισμός και σημασία του "saddle horse"στα αγγλικά

01

άλογο σέλας, άλογο για ιππασία

a lightweight horse kept for riding only 
saddle horse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
saddle horses

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store