Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to run across
01
συναντώ τυχαία, τυχαίνει να συναντήσω
to meet someone unexpectedly
Transitive: to run across sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
across
βασικό ρήμα
run
ενεστώτας
run across
γ΄ ενικό πρόσωπο
runs across
ενεστώτα μετοχή
running across
απλός αόριστος
ran across
παθητική μετοχή
run across
Παραδείγματα
I ran across an old friend from high school at the mall yesterday.
Χθες συνάντησα τυχαία έναν παλιό φίλο από το λύκειο στο εμπορικό κέντρο.
02
συναντώ τυχαία, βρίσκω κατά τύχη
to find something unexpectedly
Transitive: to run across sth
Παραδείγματα
I ran across an old photo album while cleaning out the attic.
Συνάντησα ένα παλιό άλμπουμ φωτογραφιών καθώς καθάριζα τη σοφίτα.



























