to run across
run
ˈrʌn
ran
ac
ək
ēk
ross
rɒs
ros

Ορισμός και σημασία του "run across"στα αγγλικά

to run across
01

συναντώ τυχαία, τυχαίνει να συναντήσω

to meet someone unexpectedly 
Transitive: to run across sb
to run across definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
across
βασικό ρήμα
run
ενεστώτας
run across
γ΄ ενικό πρόσωπο
runs across
ενεστώτα μετοχή
running across
απλός αόριστος
ran across
παθητική μετοχή
run across
Παραδείγματα
I ran across an old friend from high school at the mall yesterday. 

Χθες συνάντησα τυχαία έναν παλιό φίλο από το λύκειο στο εμπορικό κέντρο.

02

συναντώ τυχαία, βρίσκω κατά τύχη

to find something unexpectedly 
Transitive: to run across sth
Παραδείγματα
I ran across an old photo album while cleaning out the attic. 

Συνάντησα ένα παλιό άλμπουμ φωτογραφιών καθώς καθάριζα τη σοφίτα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store