Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rub out
01
σβήνω, τρίβω για να αφαιρέσω
to remove something by using friction or a rubbing motion, often referring to pencil marks, ink, or other marks on a surface
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
rub
ενεστώτας
rub out
γ΄ ενικό πρόσωπο
rubs out
ενεστώτα μετοχή
rubbing out
απλός αόριστος
rubbed out
παθητική μετοχή
rubbed out
Παραδείγματα
She tried to rub out the pencil marks on the paper.
Προσπάθησε να σβήσει τα σημάδια του μολυβιού στο χαρτί.



























