Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Romanian
01
ρουμανικά, ρουμανική γλώσσα
an eastern Romance language spoken in Romania
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
Ρουμάνος, Ρουμάνα
a native or inhabitant of Romania
romanian
01
ρουμανικός
of or relating to or characteristic of the country of Romania or its people or languages
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο



























