road roller
road
ˈrəʊd
rewd
ro
rəʊ
rew
ller

Ορισμός και σημασία του "road roller"στα αγγλικά

01

οδοστρωτήρας, ελαστικό τροχοφόρο

a heavy engineering vehicle used to compact soil, gravel, asphalt, or concrete, primarily in road construction and foundation work 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
road rollers
Παραδείγματα
The construction crew used a road roller to smooth the asphalt. 

Η ομάδα κατασκευής χρησιμοποίησε ένα οδοστρωτήρα για να εξομαλύνει το άσφαλτο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store