road map
road
rəʊd
rewd
map
mæp
māp

Ορισμός και σημασία του "road map"στα αγγλικά

01

χάρτης οδών, σχέδιο διαδρομής

a detailed plan or guide of roads and routes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
road maps
Παραδείγματα
He consulted the road map to find the quickest route. 

Συμβουλεύτηκε τον οδικό χάρτη για να βρει τη γρηγορότερη διαδρομή.

02

χάρτης πορείας, λεπτομερές σχέδιο

a thorough plan devised to aid progress toward a goal 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store