relieved
re
ri
ρι
lieved
ˈlivd
λιβντ
/ɹɪlˈiːvd/

Ορισμός και σημασία του "relieved"στα αγγλικά

01

ανακουφισμένος, ήρεμος

feeling free from worry, stress, or anxiety after a challenging or difficult situation
relieved definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most relieved
συγκριτικός βαθμός
more relieved
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was relieved to have his car fixed after it broke down on the highway.
Ήταν ανακουφισμένος που έφτιαξε το αυτοκίνητό του αφού έσπασε στον αυτοκινητόδρομο.
02

προεξέχων, εξέχων

extending out above or beyond a surface or boundary

Λεξικό Δέντρο

unrelieved
relieved
relieve
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store