Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
relieved
01
ανακουφισμένος, ήρεμος
feeling free from worry, stress, or anxiety after a challenging or difficult situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most relieved
συγκριτικός βαθμός
more relieved
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was relieved to have his car fixed after it broke down on the highway.
Ήταν ανακουφισμένος που έφτιαξε το αυτοκίνητό του αφού έσπασε στον αυτοκινητόδρομο.
02
προεξέχων, εξέχων
extending out above or beyond a surface or boundary



























