banjo
ban
ˈbæn
bān
jo
ʤəʊ
jew
bando
banjoes

Ορισμός και σημασία του "banjo"στα αγγλικά

01

μπάντζο, ένα έγχορδο μουσικό όργανο με κυκλικό σώμα και μακρύ λαιμό

a stringed musical instrument with a circular body and a long neck 
banjo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
banjos

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store