pulp
pulp
pʌlp
palp
gulp

Ορισμός και σημασία του "pulp"στα αγγλικά

01

πολτός, σάρκα

the soft, fibrous part of a fruit or vegetable 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He carefully removed the pomegranate seeds, leaving behind the vibrant red pulp. 

Αφαίρεσε προσεκτικά τους κόκκους του ρόδιου, αφήνοντας πίσω τον ζωηρό κόκκινο πολτό.

02

πολπός, πολπός δοντιού

the soft, connective tissue found in the center of a tooth, containing blood vessels, nerves, and cells 
03

pulp, φτηνό περιοδικό

an inexpensive magazine printed on poor quality paper 
04

πολτός, μείγμα κυτταρινικών ινών

a mixture of cellulose fibers 
05

πολτός, μαλακή μάζα

any soft or soggy mass 
to pulp
01

μετατρέπω σε πολτό, λειαίνω

reduce to pulp 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pulp
γ΄ ενικό πρόσωπο
pulps
ενεστώτα μετοχή
pulping
απλός αόριστος
pulped
παθητική μετοχή
pulped
02

αφαιρώ τον πολτό, ξεπολτώνω

remove the pulp from, as from a fruit 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store