public defender
pub
ˈpʌb
pab
lic
lɪk
lik
de
di
fen
fɛn
fen
der

Ορισμός και σημασία του "public defender"στα αγγλικά

Public defender
01

δημόσιος συνήγορος, δικηγόρος που διορίζεται από το δημόσιο

a lawyer provided by the government to represent people who cannot afford a private lawyer 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
public defenders
Παραδείγματα
The public defender met with the client before the trial. 

Ο δημόσιος συνήγορος συνάντησε τον πελάτη πριν από τη δίκη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store