Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ball up
[phrase form: ball]
01
χαλάω, δημιουργώ αναστάτωση
to ruin or create disorder in something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
ball
ενεστώτας
ball up
γ΄ ενικό πρόσωπο
balls up
ενεστώτα μετοχή
balling up
απλός αόριστος
balled up
παθητική μετοχή
balled up
Παραδείγματα
I hope we do n't ball the event up with technical glitches.
Ελπίζω να μην χαλάσουμε την εκδήλωση με τεχνικά προβλήματα.
02
σχηματίζω σε μπάλα, κάνω μπάλα
to make something into a ball by squeezing or crushing
Παραδείγματα
He balled up the napkin and tossed it into the recycling bin.
Μάζεψε τη χαρτοπετσέτα και την πέταξε στο κουτί ανακύκλωσης.
03
τσακώνω, κουλουριάζω
to fold the body forward, bringing arms and legs in
Παραδείγματα
The gymnast balled up tightly before executing the flip.
Ο γυμναστής κουλουριάστηκε σφιχτά πριν εκτελέσει την ανατροπή.



























