Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Prison cell
01
κελί φυλακής, μπούντρουμι
a room where a prisoner is kept
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
prison cells
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
κελί φυλακής, μπούντρουμι