Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pocket money
01
χαρτζιλίκι, μετρητά για καθημερινές δαπάνες
cash for day-to-day spending on incidental expenses
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek



























