pocket money
po
ˈpɒ
po
cket
kɪt
kit
mo
ma
ney
ni
ni

Ορισμός και σημασία του "pocket money"στα αγγλικά

01

χαρτζιλίκι, μετρητά για καθημερινές δαπάνες

cash for day-to-day spending on incidental expenses 
pocket money definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store