pipe fitting
pipe
ˈpaɪp
paip
fi
fi
tting
tɪng
ting
pipefitting

Ορισμός και σημασία του "pipe fitting"στα αγγλικά

01

σύνδεσμος σωλήνα, αρμός σωλήνα

a component used in plumbing and construction to join, redirect, or control the flow of fluids or gases in a piping system 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pipe fittings
Παραδείγματα
The plumber used a pipe fitting to connect the two sections of pipe under the sink. 

Ο υδραυλικός χρησιμοποίησε ένα σύνδεσμο σωλήνα για να συνδέσει τα δύο τμήματα του σωλήνα κάτω από το νεροχύτη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store