Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pinon nut
01
κουκουνάρι, καρπός πεύκου
edible seed of any of several nut pines especially some pinons of southwestern North America
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pinon nuts



























