pine tree
Pronunciation
/pˈaɪn tɹˈiː/

Ορισμός και σημασία του "pine tree"στα αγγλικά

01

πεύκο, έλατο

a coniferous tree
pine tree definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pine trees
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store