Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Physical therapy
01
φυσικοθεραπεία, θεραπεία σωματικής άσκησης
a type of medical treatment that uses physical techniques such as massages, exercises, etc. rather than drugs
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
physical therapies



























