Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Baby shoe
01
παπουτσάκι μωρού, παπούτσι για βρέφη
a footwear designed for infants or toddlers typically made of soft materials such as cloth, leather or plastic
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
baby shoes
LanGeek



























