Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Personal effects
01
προσωπικά αντικείμενα, προσωπικές περιουσίες
a person's belongings such as jewelry, clothing, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























