perfect participle
per
ˈpɜ:
περ
fect
fɛkt
φεκτ
par
pɑ:r
παρ
ti
τι
ci
σι
ple
pəl
παλ
/pˈɜːfɛkt pɑːtˈɪsɪpəl/

Ορισμός και σημασία του "perfect participle"στα αγγλικά

Perfect participle
01

παθητική μετοχή, τετελεσμένη μετοχή

a verb form that expresses an action that has been completed prior to another point in time
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
perfect participles
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store