Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Olive tree
01
ελιά, δεντρο ελιάς
a tree of the genus Olea cultivated for its fruit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
olive trees
LanGeek



























