Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ogle
01
κοιτάζω με λαγνεία, κυττάζω
to stare at someone or something with strong and often inappropriate interest or desire
Transitive: to ogle sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ogle
γ΄ ενικό πρόσωπο
ogles
ενεστώτα μετοχή
ogling
απλός αόριστος
ogled
παθητική μετοχή
ogled
Παραδείγματα
Despite his efforts to focus on his work, he couldn't help but ogle the attractive new intern across the office.
Παρά τις προσπάθειές του να επικεντρωθεί στη δουλειά του, δεν μπορούσε παρά να κοιτάζει με λαγνεία την ελκυστική νέα πρακτοράριο απέναντι από το γραφείο.



























