Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ogle
01
κοιτάζω με λαγνεία, κυττάζω
to stare at someone or something with strong and often inappropriate interest or desire
Transitive: to ogle sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ogle
γ΄ ενικό πρόσωπο
ogles
ενεστώτα μετοχή
ogling
απλός αόριστος
ogled
παθητική μετοχή
ogled
Παραδείγματα
The group of teenagers giggled as they ogled the latest fashion trends in the magazine.
Η ομάδα των εφήβων γέλασε καθώς κυτάζουν τις τελευταίες τάσεις μόδας στο περιοδικό.



























