Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nerve
01
νεύρο, νευρική ίνα
each of a group of long thread-like structures in the body that carry messages between the brain and other parts of the body, sensing things is a result of this process
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nerves
02
θάρρος, τόλμη
the ability to face difficult or challenging situations with determination and resolve
Παραδείγματα
His nerve cracked when he faced the hostile crowd during the debate.
Τα νεύρα του έσπασαν όταν αντιμετώπισε τον εχθρικό όχλο κατά τη διάρκεια της συζήτησης.
03
θράσος, αδιαντροπιά
impudent aggressiveness
04
νεύρα, άγχος
feelings of worry, stress, or anxiety
Παραδείγματα
I took a deep breath to calm my nerves.
Πήρα μια βαθιά ανάσα για να ηρεμήσω τα νεύρα μου.
to nerve
01
προετοιμάζομαι, βρίσκω το θάρρος
get ready for something difficult or unpleasant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
nerve
γ΄ ενικό πρόσωπο
nerves
ενεστώτα μετοχή
nerving
απλός αόριστος
nerved
παθητική μετοχή
nerved
Λεξικό Δέντρο
nerveless
nervous
nervy
nerve



























