Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nerve
02
θάρρος, τόλμη
the ability to face difficult or challenging situations with determination and resolve
Παραδείγματα
His nerve cracked when he faced the hostile crowd during the debate.
Τα νεύρα του έσπασαν όταν αντιμετώπισε τον εχθρικό όχλο κατά τη διάρκεια της συζήτησης.
03
θράσος, αδιαντροπιά
impudent aggressiveness
to nerve
01
προετοιμάζομαι, βρίσκω το θάρρος
get ready for something difficult or unpleasant
Λεξικό Δέντρο
nerveless
nervous
nervy
nerve



























