Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Musical comedy
01
μουσική κωμωδία, μιούζικαλ
a play or film whose action and dialogue is interspersed with singing and dancing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
musical comedies
LanGeek



























