to move into
Pronunciation
/mˈuːv ˌɪntʊ/

Ορισμός και σημασία του "move into"στα αγγλικά

to move into
01

μπαίνω σε, εισχωρώ σε

to come or go into
to move into definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
move
ενεστώτας
move into
γ΄ ενικό πρόσωπο
moves into
ενεστώτα μετοχή
moving into
απλός αόριστος
moved into
παθητική μετοχή
moved into
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store