Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mournful
01
θλιμμένος, πένθιμος
feeling or expressing sorrow, grief, or sadness, especially due to someone's death or a great loss
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mournful
συγκριτικός βαθμός
more mournful
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, expression, loss
Παραδείγματα
Her voice sounded mournful as she spoke about her grandmother.
Η φωνή της ακουγόταν θλιμμένη καθώς μιλούσε για τη γιαγιά της.
02
θλιμμένος, πένθιμος
filled with or evoking sadness
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
mournfully
mournfulness
mournful
mourn



























