moon
moon
mu:n
moon
moron

Ορισμός και σημασία του "moon"στα αγγλικά

01

φεγγάρι, φυσικός δορυφόρος της Γης

the circular object going around the earth, visible mostly at night 
moon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
moons
Παραδείγματα
Can you see the moon peeking out from behind the clouds? 

Μπορείς να δεις το φεγγάρι να κοιτάζει από πίσω από τα σύννεφα;

02

φεγγάρι, δορυφόρος

any object resembling a moon 
03

φεγγάρι, φυσικός δορυφόρος

any natural satellite of a planet 
04

Μουν, Σαν Μιουνγκ Μουν

United States religious leader (born in Korea) who founded the Unification Church in 1954; was found guilty of conspiracy to evade taxes (born in 1920) 
05

φεγγάρι, φως του φεγγαριού

the light of the Moon 
06

φεγγάρι, σεληνιακός μήνας

the period between successive new moons (29.531 days) 
to moon
01

εμφανίζω τους γλουτούς, φεγγάρι

expose one's buttocks to 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
moon
γ΄ ενικό πρόσωπο
moons
ενεστώτα μετοχή
mooning
απλός αόριστος
mooned
παθητική μετοχή
mooned
02

τεμπελιάζω, ονειροπολώ

be idle in a listless or dreamy way 
03

ονειροπολώ, φαντασιώνομαι

have dreamlike musings or fantasies while awake 
04

δείχνω τον πισινό, φεγγάρι

to expose one's buttocks, typically as a prank or for humorous effect 
Παραδείγματα
He mooned the crowd after winning the race. 

Έδειξε τα οπίσθια του στο πλήθος αφού κέρδισε τον αγώνα.

Λεξικό Δέντρο

moonless
moonlike
moony
moon
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store