Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
at fault
01
ένοχος, υπεύθυνος
having responsibility or blame for something that has gone wrong or caused harm
Παραδείγματα
She was at fault when the project went over budget due to her poor planning.
Ήταν υπεύθυνη όταν το έργο ξεπέρασε τον προϋπολογισμό λόγω της κακής της σχεδίασης.



























