at a time
at
æt
αιτ
a
ə
α
time
taɪm
ταιμ

Ορισμός και σημασία του "at a time"στα αγγλικά

01

ταυτόχρονα, ένα κάθε φορά

used to describe doing things in separate amounts, steps, or groups instead of all at once 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
They can only serve one customer at a time during peak hours. 

Μπορούν να εξυπηρετήσουν μόνο έναν πελάτη τη φορά κατά τις ώρες αιχμής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store