middle finger
mi
ˈmɪ
mi
ddle
dəl
dēl
fin
fɪn
fin
ger

Ορισμός και σημασία του "middle finger"στα αγγλικά

01

μέσο δάχτυλο, τρίτο δάχτυλο

the longest finger of the hand; the third digit of the human hand 
middle finger definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
middle fingers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store