Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Middle finger
01
μέσο δάχτυλο, τρίτο δάχτυλο
the longest finger of the hand; the third digit of the human hand
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
middle fingers



























