middle ear
mi
ˈmɪ
mi
ddle
dəl
dēl
ear
ɪə
ie

Ορισμός και σημασία του "middle ear"στα αγγλικά

01

μέσο ωτίο, τύμπανο

the air-filled space behind the eardrum that contains the three small bones 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
middle ears
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store