meat loaf
meat
mi:t
μητ
loaf
loʊf
λουφ
/mˈiːt lˈəʊf/

Ορισμός και σημασία του "meat loaf"στα αγγλικά

01

κρεατόψωμο, κρεατικός φορμάς

a baked loaf of ground meat
meat loaf definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
meat loaves
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store