Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Meat grinder
01
κρεατομηχανή, μυλοσάκκι κρέατος
a machine that cuts meat into very small pieces
Dialect
American
Meat Mincer
British
02
μυλοκοπτικό κρέατος, μηχανή καταστροφής
any action resulting in injury or destruction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
meat grinders



























