makeover
make
ˈmeɪk
meik
o
ˌəʊ
ew
ver
make-over

Ορισμός και σημασία του "makeover"στα αγγλικά

01

μεταμόρφωση, αλλαγή εμφάνισης

the process of changing a person's appearance or style in order to improve how they look 
makeover definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
makeovers
Παραδείγματα
She got a complete makeover before the wedding. 

Έκανε μια πλήρη μεταμόρφωση πριν από το γάμο.

02

πλήρης μεταμόρφωση, ολοκληρωτική ανακαίνιση

a complete reconstruction, renovation, or transformation of something 
Παραδείγματα
The kitchen makeover took three weeks to finish. 

Η ανακαίνιση της κουζίνας πήρε τρεις εβδομάδες να ολοκληρωθεί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store