to ask in
Pronunciation
/ˈæsk ˈɪn/

Ορισμός και σημασία του "ask in"στα αγγλικά

to ask in
[phrase form: ask]
01

προσκαλώ να μπει, αφήνω να μπει

to invite someone to enter a place, often a room, office, house, etc.
Transitive: to ask in sb
to ask in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
ask
ενεστώτας
ask in
γ΄ ενικό πρόσωπο
asks in
ενεστώτα μετοχή
asking in
απλός αόριστος
asked in
παθητική μετοχή
asked in
Παραδείγματα
We asked them in for a chat.
Τους ζητήσαμε να μπουν για μια συζήτηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store