Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ask in
[phrase form: ask]
01
προσκαλώ να μπει, αφήνω να μπει
to invite someone to enter a place, often a room, office, house, etc.
Transitive: to ask in sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
ask
ενεστώτας
ask in
γ΄ ενικό πρόσωπο
asks in
ενεστώτα μετοχή
asking in
απλός αόριστος
asked in
παθητική μετοχή
asked in
Παραδείγματα
We asked them in for a chat.
Τους ζητήσαμε να μπουν για μια συζήτηση.



























