Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Light heavyweight
01
ελαφρύ βαρέως βάρους, πυγμάχος ελαφρύ βαρέως βάρους
a boxer who competes in the light heavyweight weight class, typically between 76 to 79 kilograms
Παραδείγματα
She focused on improving her footwork and defensive techniques as a light heavyweight.
Συγκεντρώθηκε στη βελτίωση της κίνησης των ποδιών και των αμυντικών τεχνικών της ως ελαφρύ βαρέως βάρους.
02
ημιβαρέων βαρών, παλαιστής ημιβαρέων βαρών
a wrestler who typically weighs up to around 93 kilograms
Παραδείγματα
She dreams of becoming the first female wrestler to win the first female light heavyweight in her league who is unbeatable.
Ονειρεύεται να γίνει η πρώτη γυναίκα πάλτρια που θα κερδίσει το πρώτο γυναικείο ημιβαρύ βάρος στο πρωτάθλημά της που είναι αήττητο.
03
ελαφρύ βαρέως βάρους, πυγμάχος ελαφρύ βαρέως βάρους
an amateur boxer who weighs no more than 179 pounds
04
ελαφρύ βαρέως βάρους, κατηγορία ελαφρύ βαρέως βάρους
a weight class in boxing and mixed martial arts for competitors who weigh between 76 and 79 kg
Παραδείγματα
His reach gives him an advantage in the light heavyweight class.
Το εύρος του του δίνει ένα πλεονέκτημα στην κατηγορία ημιβαρέων βαρών.



























