lemon yellow
le
ˈlɛ
le
mon
mən
mēn
ye
ye
llow
ləʊ
lew

Ορισμός και σημασία του "lemon yellow"στα αγγλικά

lemon yellow
01

κιτρινόλεμο, έντονο κίτρινο

a strong yellow color 
lemon yellow definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lemon yellow
συγκριτικός βαθμός
more lemon yellow
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store