Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lemon grass
01
λεμονόχορτο, γρασίδι λεμονιού
a tropical grass native to India and Sri Lanka
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lemon grasses
02
λεμονόχορτο, λεμονγκράς
an aromatic oil that smells like lemon and is widely used in Asian cooking and in perfumes and medicines



























